Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Σκληρές αλήθειες: Η ανίσχυρη Ελλάδα δεν θα ξεκολλήσει ποτέ από τον πάτο της Ευρώπης - Επενδύσεις σοκ σε Γαλλία, Γερμανία με 5 τρισ. ευρωομόλογα

Σκληρές αλήθειες: Η ανίσχυρη Ελλάδα δεν θα ξεκολλήσει ποτέ από τον πάτο της Ευρώπης -  Επενδύσεις σοκ σε Γαλλία, Γερμανία με 5 τρισ. ευρωομόλογα
Η λήξη του NextGenerationEU ανοίγει μια νέα συζήτηση για το κοινό ευρωπαϊκό χρέος, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις επενδύσεις που απαιτούνται για να παραμείνει ανταγωνιστική η Ευρώπη. Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι υπαρξιακό...
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Με το Ταμείο Ανάκαμψης να ολοκληρώνεται σταδιακά - μέσα στιν Αύγουστο 2026  - και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο να βρίσκεται υπό διαμόρφωση, επανέρχεται στο προσκήνιο ένα ερώτημα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια προκαλούσε έντονες αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε έναν νέο γύρο κοινού δανεισμού για να χρηματοδοτήσει τις τεράστιες επενδυτικές ανάγκες της;
Η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Σύμφωνα με την έκθεση του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Mario Draghi, η Ευρώπη χρειάζεται επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 800 δισ. ευρώ ετησίως προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Να υπενθυμίσουμε την πρόταση της Ισπανίας στην πρόσφατη συνοδο κορυφής για ετήσιο δανεισμό 850 δισ. σε ευρωομόλογα, με το ύψος των εκδόσεων να φτάνει τα 5 τρισ. ευρώ έως το 2030 η οποία απορρίφθηκε από τους συνήθεις υπόπτους, τις συντηρητικές δημοσιονομικά χώρες του Βορρά, αλλά εξαιτίας του επενδυτικού κενού που αντιμετωπίζει η Ευρώπη μάλλον θα περάσει λάθρα.
Και τούτο εξαιτίας της σημαντικής δυσκολίας να πείσουν τις κοινωνίες των ισχυρών οικονομικών κρατών να αναλάβουν οφειλές έναντι τρίτων κρατών εν όψει του ηθικού κινδύνου.
Την ίδια ώρα, η ενεργειακή μετάβαση, η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη, οι κρίσιμες υποδομές, η βιομηχανική πολιτική και η ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας απαιτούν κεφάλαια που δύσκολα μπορούν να εξασφαλιστούν αποκλειστικά από τους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η χώρα έχει αφήσει πίσω της τη δεκαετία της δημοσιονομικής κρίσης, όμως οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας είναι εξίσου απαιτητικές.
Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας πρέπει πλέον να συμβαδίσει με την ανάγκη πραγματοποίησης μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Η Ελλάδα του σήμερα δεν είναι η Ελλάδα του 2015 - Πέρα από τη βιτρίνα 

Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας έχει αλλάξει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια.
Η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα σηματοδότησε την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές, ενώ η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η πρόοδος αυτή δεν σημαίνει ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι απεριόριστα – αυτό μάλλον δείχνει μια φιλοτεχνημένη βιτρίνα.
Αντίθετα, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και αν η διάρθρωσή του θεωρείται ιδιαίτερα ευνοϊκή λόγω της μεγάλης διάρκειας αποπληρωμής και του χαμηλού μέσου επιτοκίου.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς γνωρίζει ότι η εμπιστοσύνη που αποκαταστάθηκε μετά από χρόνια θυσιών δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Ωστόσο, η οικονομική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο δίλημμα: πώς θα συνεχιστούν οι μεγάλες επενδύσεις όταν ολοκληρωθεί το Ταμείο Ανάκαμψης.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-19_165428.png
Το μεγάλο κενό μετά το 2026

Το NextGenerationEU υπήρξε το μεγαλύτερο κοινό επενδυτικό πρόγραμμα στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την Ελλάδα αποτέλεσε ίσως το σημαντικότερο αναπτυξιακό εργαλείο από την ένταξή της στην Ευρωζώνη.
Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούνται έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, ενεργειακής αναβάθμισης, εκσυγχρονισμού του Δημοσίου, ιδιωτικών επενδύσεων, μεταφορών και πράσινης ανάπτυξης.
Η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω των δανείων του μηχανισμού δημιούργησε ένα επενδυτικό περιβάλλον που δύσκολα θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με εθνικούς πόρους.
Ωστόσο, το πρόγραμμα ολοκληρώνεται.
Από το 2027 και μετά, η Ευρώπη θα χρειαστεί να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί κοινές επενδύσεις ή αν θα επιστρέψει αποκλειστικά στη λογική των εθνικών προϋπολογισμών.
Για την Ελλάδα, το ερώτημα είναι κρίσιμο.
Οι ανάγκες δεν μειώνονται,  αντιθέτως αυξάνονται.
Η αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων, οι διασυνδέσεις με τις γειτονικές χώρες, οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια, οι σιδηροδρομικές υποδομές, η διαχείριση των υδάτινων πόρων και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή απαιτούν σημαντικούς οικονομικούς πόρους.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-19_165613.png
Οι «φειδωλοί» του Βορρά και η λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Η μεγαλύτερη αντίσταση απέναντι σε έναν νέο κοινό δανεισμό προέρχεται από τις χώρες που αποκαλούνται συχνά «φειδωλές»: τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, την Αυστρία και τη Φινλανδία.
Η επιχειρηματολογία τους δεν είναι αβάσιμη.
Οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών υποστηρίζουν ότι δανείζονται φθηνότερα από ό,τι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση και, επομένως, δεν έχουν λόγο να αναλάβουν το πρόσθετο κόστος ενός νέου κοινού δανεισμού.
Επιπλέον, θεωρούν ότι το προηγούμενο πρόγραμμα δημιούργησε υποχρεώσεις που θα επιβαρύνουν τους Ευρωπαίους φορολογουμένους για δεκαετίες.
Παράλληλα, επικαλούνται τις αδυναμίες του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει καθυστερήσεις στις εκταμιεύσεις, δυσκολίες στην αξιολόγηση της πραγματικής αποτελεσματικότητας των έργων, ελλιπή στοιχεία για τους τελικούς αποδέκτες των πόρων και αδυναμίες στους μηχανισμούς ελέγχου.
Οι ενστάσεις αυτές δεν μπορούν να αγνοηθούν - και ιδιαίτερα σε σχέση με την Ελλάδα με το τεράστιο πρόβλημα των πελατειακών σχέσεων και στο κράτος δικαίου.
Οι καταγγελίες της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη διαχείριση των πόρων μειώνουν τη διεθνή εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία.
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της.
 
Το πραγματικό δίλημμα της Ευρώπης

Η συζήτηση για το κοινό χρέος δεν είναι πλέον η ίδια με εκείνη της περιόδου της κρίσης χρέους.
Τότε, το επίκεντρο ήταν η δημοσιονομική διάσωση κρατών με υπερβολικά ελλείμματα. Σήμερα, το επίκεντρο είναι η χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας - και χωρίς δανεισμό αυτό δεν μπορεί να συμβεί, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την τεράστια ισχύ του δολαριακού συστήματος για να συγκεντρώνουν επενδύσεις σε εγχώρια assets, δυνατότητα που η Ευρώπη δεν έχει.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν μαζικά μέσω βιομηχανικών κινήτρων, ενώ η Κίνα συνεχίζει να στηρίζει στρατηγικούς τομείς της οικονομίας της με κρατικούς πόρους.

Για την Ελλάδα, μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε τη συνέχιση κρίσιμων επενδύσεων χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Θα ενίσχυε επίσης την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, καθώς οι δημόσιες επενδύσεις λειτουργούν συχνά ως μοχλός προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων, καθώς οι καθαρές άμεσες ξενες επενδύσεις βρίσκονται σε αρνητικό έδαφος.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-19_165806.png
Τα τρέχοντα εργαλεία δεν επαρκούν 

Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτόν τον ανταγωνισμό με τα υφιστάμενα δημοσιονομικά εργαλεία ή αν απαιτείται μια νέα μορφή κοινής χρηματοδότησης.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η άνευ όρων δημοσιονομική χαλάρωση ούτε η απόλυτη άρνηση κάθε κοινού δανεισμού.
Η πρόκληση είναι να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει αυστηρούς κανόνες διαφάνειας και αξιολόγησης με τη δυνατότητα χρηματοδότησης επενδύσεων στρατηγικής σημασίας.

Το ελληνικό στοίχημα της επόμενης δεκαετίας

Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της κρίσης.
Η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί πλέον πολύτιμο κεφάλαιο που δεν πρέπει να τεθεί σε κίνδυνο.
Ταυτόχρονα, όμως, η χώρα δεν μπορεί να αναστείλει τις επενδύσεις που απαιτούνται για να αυξήσει την παραγωγικότητα, να ενισχύσει την εξωστρέφεια και να βελτιώσει το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για το κοινό χρέος δεν αφορά, επομένως, την αναβίωση των αντιπαραθέσεων μεταξύ Βορρά και Νότου.
Αφορά το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει το επόμενο αναπτυξιακό της άλμα, χωρίς να υπονομεύσει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία.
Για την Ελλάδα, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερος δανεισμός για κατανάλωση, αλλά καλύτερη χρηματοδότηση για παραγωγικές επενδύσεις.

Αυτό όμως προσκρούει στο διαρκές έλλειμμα παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν εργάζονται επαρκώς ποσοτικά, αλλά στο σημερινό περιβάλλον η παραγωγή αξίας εξαρτάται από πλήθος (ποιοτικούς) παραγωγικούς συντελεστές που η χώρα μας δεν διαθέτει: ενσωμάτωση τεχνολογίας, κεφαλαιακή υποστήριξη, περιβάλλον υποστηρικτικό όσον αφορά την ανάληψη επενδυτικού ρίσκου, απουσία γραφειοκρατίας και θεσμών πατρωνίας, ευελιξία και δυναμισμό όσον αφορά την εταιρική κουλούρα.
Είναι εγκωβισμένη σε ένα οικονομικό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας (υπηρεσίες φιλοξενίας, café, εστιατόρια κ.ά.) και αρνητικών κεφαλαιακών επενδύσεων από το οποίο δεν φαίνεται να διαφεύγει και μοιραία πέραν από την βιτρίνα αναπαράγονται οι συνθήκες της οικονομικής παρακμής.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης